Σάββατο, Απριλίου 26, 2008

Πώς δημιουργήθηκαν τα οικονομικά μοντέλα Ιρλανδίας και Σουηδίας

Αντιδράσεις: 
* Τα «θαύματα» που πέτυχαν χώρες της Βόρειας Ευρώπης έχουν ορισμένα κοινά μυστικά, όπως υψηλή επαγγελματική κατάρτιση, σαφή καθορισμό στόχων, μεθόδων και πολιτικών κοινώς αποδεκτών από πολιτικές παρατάξεις, συνδικαλιστικές ενώσεις και κοινωνικούς φορείς
Πολιτικοί και επιχειρηματίες επανέφεραν με την ευκαιρία της ετήσιας γενικής συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ) στο προσκήνιο το περίφημο ζήτημα των «οικονομικών μοντέλων», με έμφαση στο ιρλανδικό και στο σουηδικό μοντέλο. Για τις επιτυχημένες οικονομικές συνταγές, δηλαδή, που εφήρμοσαν οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών. Πρόκειται ουσιαστικά για παραλλαγές του λεγομένου αγγλοσαξονικού μοντέλου ανάπτυξης, που προβλέπει λιγότερο κράτος, χαμηλούς φόρους και πλήρη απελευθέρωση των αγορών, συμπεριλαμβανομένης και της αγοράς εργασίας από τη μια πλευρά και του κεϊνσιανικού μοντέλου από την άλλη, που προβλέπει τη μεγαλύτερη ανάμειξη του κράτους στην οικονομία για τη διασφάλιση ενός πλέγματος κοινωνικής προστασίας και ενός συστήματος αναδιανομής των εισοδημάτων προκειμένου η οικονομική ανάπτυξη να μη δημιουργεί αποκλεισμούς και να δίνει «κοινωνικό μέρισμα». Οι οικονομικές συνταγές που εφήρμοσαν η Ιρλανδία και η Σουηδία απέδωσαν καρπούς. Το ερώτημα όμως είναι αν και κατά πόσο θα συνεχίσουν να καρποφορούν και υπό συνθήκες τέλειας παγκοσμιοποίησης. Οσο αμφίβολο είναι ότι οι συνταγές αυτές αποδίδουν πάντα τόσο αμφίβολο είναι και αν εφαρμόζονται παντού. Γιατί τα «οικονομικά θαύματα» που πέτυχαν η Ιρλανδία και η Σουηδία έχουν ορισμένα κοινά μυστικά. Αυτά είναι η υψηλή επαγγελματική κατάρτιση, το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, το αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο, η ασφάλεια δικαίου, η άφοβη υιοθέτηση τεχνολογικών καινοτομιών, οι σύγχρονες υποδομές, ο σαφής οικονομικός σχεδιασμός και ο καθορισμός στόχων (ακόμη και μεθόδων και πολιτικών) κοινώς αποδεκτών από τις πολιτικές παρατάξεις, τις συνδικαλιστικές ενώσεις, τις εργοδοσίες και τους κοινωνικούς φορείς.

ΙΡΛΑΝΔΙΑ:
Επί σειρά ετών το ιρλανδικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης είχε θεωρηθεί υπόδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο μια μικρή και φτωχή οικονομία μπορεί να καταλάβει ανταγωνιστική θέση στο διεθνές οικονομικό σκηνικό. Με την εφαρμογή μιας σειράς μέτρων η οικονομία της χώρας που κάποτε συγκαταλεγόταν στις φτωχότερες της Ευρώπης αποτελεί σήμερα σημείο αναφοράς για πολλά οικονομικά επιτελεία. Και μόνο η παρατήρηση των οικονομικών μεγεθών της Ιρλανδίας αρκεί για να αντιληφθεί κάποιος την πρόοδο που έχει σημειώσει η χώρα: το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέρχεται περίπου σε 30.000 ευρώ, ενώ ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας κατά το διάστημα 1995-2002 έφθασε το 8%. Το 2003 οι ρυθμοί υποχώρησαν στο 2,3% εξαιτίας ενός συνδυασμού εγγενών αδυναμιών και της γενικότερης οικονομικής δυσπραγίας, ενώ στις αρχές του τρέχοντος έτους η ανάπτυξη έχει επιταχυνθεί και πάλι και κινείται με ρυθμό της τάξεως του 3%. Ο πληθωρισμός κινείται με ρυθμό 3,3% και είναι ένας από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, η Ιρλανδία όμως είναι μια περίπτωση στην οποία κάλλιστα μπορεί κάποιος να αποδώσει τον υψηλό πληθωρισμό στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ειδικώς αν ληφθεί υπόψη ότι τα ποσοστά ανεργίας είναι από τα χαμηλότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη και βρίσκονται σήμερα στο επίπεδο του 4,5%.

* Τα τρωτά σημεία

Παρά ταύτα, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ορατά και πολλά τρωτά σημεία του ιρλανδικού μοντέλου, τα οποία μπορούν (και θα πρέπει) να αποφευχθούν από όποιον θελήσει να ακολουθήσει παρόμοιο μονοπάτι.

H ανάπτυξη της Ιρλανδίας κατά το διάστημα των δύο τελευταίων δεκαετιών είχε κάνει πολλούς να μιλούν για την «Κέλτικη Τίγρη», η οποία μάλιστα παρουσίαζε πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με τις «τίγρεις της Ασίας». Π.χ., πολλοί αναλυτές της ιρλανδικής επιτυχίας αναφέρονται με επαινετικά σχόλια για την ευελιξία του κρατικού μηχανισμού, σε αντίθεση με την αυστηρή γραφειοκρατική δομή των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Άλλοι επισημαίνουν τον επιτυχή συνδυασμό μακροχρόνιας οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και αποδίδουν στο ιρλανδικό μοντέλο τον χαρακτηρισμό του «αναπτυξιακού κοινωνικού κράτους».

Ωστόσο όλα αυτά αποτελούν μια μάλλον επιφανειακή προσέγγιση του φαινομένου. Οι πιο ρεαλιστικές αναλύσεις επισημαίνουν ότι ο αναπτυξιακός χαρακτήρας του ιρλανδικού μοντέλου περιορίζεται στην επιτυχή ενσωμάτωση της ιρλανδικής οικονομίας στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σκηνικό, ενώ σημαντικό είναι το έλλειμμα που παρατηρείται στη δίκαιη κατανομή των ωφελειών της ανάπτυξης σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Στην πραγματικότητα, το ιρλανδικό αναπτυξιακό μοντέλο έχει πολλές ιδιομορφίες, οι οποίες πηγάζουν από το γεγονός ότι η δημιουργία του βασίστηκε σε μια σειρά μεθόδων για την αντιμετώπιση πολύ συγκεκριμένων προκλήσεων.

Κεντρικό ρόλο στην αναπτυξιακή πορεία της Ιρλανδίας έπαιξε η προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων και, όπως αποδείχθηκε, η χώρα ωφελήθηκε πολύ από την ανάπτυξη της δεκαετίας του 1990, ειδικώς στον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας, όπου διέθετε καλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, που αποτέλεσε καθοριστική παράμετρο για την προσέλκυση επενδύσεων. Ωστόσο στο στοιχείο αυτό βρίσκεται και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ιρλανδικής οικονομίας: η στενή εξάρτησή της από ξένες επενδύσεις, οι οποίες ελέγχουν τις κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης, σε βαθμό που δύσκολα συναντά κανείς σε άλλη ανεπτυγμένη οικονομία.

Καθοριστική παράμετρος της ιρλανδικής ανάπτυξης είναι επίσης τα χαμηλά επίπεδα της φορολόγησης, ειδικώς δε της φορολόγησης κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιοκτησίας ακινήτων. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ταυτόχρονα όμως δημιούργησε σημαντικά προβλήματα κοινωνικής ανισότητας, η οποία έγινε αισθητή στην παρακμή του κράτους πρόνοιας αλλά και σε άλλους κοινωνικά κρίσιμους τομείς όπως ο στεγαστικός.

ΣΟΥΗΔΙΑ: Καθοριστικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη της Σουηδίας υπήρξε η ουδετερότητα της σκανδιναβικής αυτής χώρας και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους του 20ού αιώνα. Ειδικότερα μετά τον B´ Παγκόσμιο Πόλεμο το γεγονός ότι η βιομηχανική υποδομή της χώρας παρέμεινε αλώβητη συνοδεύθηκε με το ευτύχημα ότι η παγκόσμια οικονομία δεν βυθίστηκε σε κρίση ανάλογη εκείνης που ξεκίνησε με το χρηματιστηριακό κραχ του 1929. Αντίθετα, μία δεκαετία μετά την ειρήνευση ξεκίνησε ο Πόλεμος της Κορέας, που έδωσε ακόμη μεγαλύτερη ώθηση στις σουηδικές εξαγωγές! Χάρη στις εξαγωγές η Σουηδία κατάφερε να εκσυγχρονίσει τις υποδομές της δημιουργώντας λαμπρές προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη.

H οικονομική ανάπτυξη όμως στηρίχθηκε στο στιβαρό κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο που διέθετε η χώρα. Στο συγκριτικά υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης των Σουηδών, στην πολιτική συνέχεια, στη δημιουργία ενός εργατικού δυναμικού με υψηλή επαγγελματική κατάρτιση και μεγάλη προσαρμοστικότητα στις νέες τεχνολογίες, σε ένα θεσμικό πλαίσιο που εμπνέει πλήρη εμπιστοσύνη αλλά πρωτίστως σε έναν παράγοντα που αποτελεί το ζητούμενο σε πολλές χώρες που θαυμάζουν το περιβόητο «σουηδικό μοντέλο»: την κοινωνική συναίνεση.

* Το κοινωνικό κεφάλαιο

H Σουηδία δεν απέκτησε εν μια νυκτί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα τα οποία κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα της επέτρεψαν να προοδεύσει οικονομικά αλλά και να διασφαλίσει ένα κράτος πρόνοιας που αποτελεί υπόδειγμα για το σύνολο σχεδόν των κυβερνήσεων της ηπειρωτικής Ευρώπης. Σε ό,τι αφορά το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης των Σουηδών και εν γένει το πολύτιμο «κοινωνικό κεφάλαιο» της χώρας αρκεί να αναφερθεί ότι η υποχρεωτική εκπαίδευση καθιερώθηκε στη Σουηδία το 1842. Ενώ ο περίφημος θεσμός του «ombudsman», δηλαδή του «δικηγόρου του πολίτη», τον οποίο πολλές χώρες υιοθέτησαν (προσφάτως και η Ελλάδα), στη Σουηδία ισχύει από το 1810! Επίσης κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές χρόνων επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής συναίνεσης σε ό,τι αφορά τον σεβασμό σε ορισμένες «κοινώς παραδεδεγμένες αρχές», όπως είναι η αρχή της ελεύθερης αγοράς.

Το αποτέλεσμα των διεργασιών αυτών ήταν να δημιουργηθεί στη Σουηδία ένας «οικονομικός πολιτισμός» που επιτρέπει, για παράδειγμα, ο ισχυρός παρεμβατικός ρόλος του κράτους στην οικονομία, ακόμη και η απειλή κρατικοποιήσεων, να μην τρομάζουν τον βιομηχανικό κόσμο της χώρας και να μην αποτελούν τροχοπέδη για τις επενδύσεις. Αλλωστε, παρά τη σαφή παρουσία του κράτους στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας, το 90% της βιομηχανικής παραγωγής της χώρας προέρχεται από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Σημειώνεται ότι στη Σουηδία επικρατούν συνθήκες πλήρους απασχόλησης, αφού η ανεργία παραμένει επί σειρά ετών κάτω από το 5%.

ΑΛ. ΚΑΨΥΛΗΣ - ΑΓΓ. ΚΩΒΑΙΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου