Σάββατο, Απριλίου 26, 2008

Crash test: Σουηδικό μοντέλο vs Ιρλανδικό μοντέλο

Αντιδράσεις: 
Από την "Κ" της 14/04/06
Πολλές φορές έχουμε ακούσει ότι η οικονομία μας πρέπει να ακολουθήσει τα μοντέλα άλλων χωρών ώστε να βελτιωθεί. Η κυβέρνηση επικροτεί το ιρλανδικό μοντέλο που χαρακτηρίζεται ως ένας παράδεισος δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Η αντιπολίτευση υποστηρίζει το σουηδικό μοντέλο που χαρακτηρίζεται ως ένα τέλειο μείγμα καπιταλιστικής και σοσιαλιστικής οικονομίας. Στα κάτωθι links παρουσιάζονται οι βασικές πτυχές των δύο μοντέλων, ούτως ώστε να μπορεί να γίνει η σύγκριση με την ελληνική οικονομική πραγματικότητα.

ΣΟΥΗΔΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ (του Δημήτρη Νίκογλου)

Έχει επικρατήσει από τους αναλυτές και τους ειδικούς της αγοράς παγκοσμίως, να θεωρείται η Σουηδία ως η επιτομή μιας μοντέρνας σοσιαλιστικής ευημερούσας δημοκρατίας. Είναι ένα μείγμα σοσιαλιστικής και καπιταλιστικής οικονομίας, που αντλεί και αξιοποιεί στοιχεία και από τους δύο τύπους οικονομιών. Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας αυτής είναι: η βαριά βιομηχανία στηριγμένη σε πρώτες ύλες όπως το ξύλο και τα σιδηρομεταλλεύματα, οι υψηλοί φόροι εισοδήματος, η έντονη κρατική προστασία για τον πολίτη και η σημαντική ανάπτυξη των κλάδων υψηλής τεχνολογίας. Λίγες είναι οι περιπτώσεις χωρών με παρόμοια πληθυσμιακά μεγέθη και χαρακτηριστικά, όπου θα βρούμε μια ηγέτιδα εταιρεία τηλεπικοινωνιών παγκοσμίως, μία μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία εγχώριων συμφερόντων και πολλές εταιρείες στους φαρμακευτικούς και τεχνολογικούς κλάδους με αξιόλογη παρουσία εκτός των ορίων της χώρας.

Η οικονομία της χώρας άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία μετά από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπήρξε τεχνολογική πρόοδος που οδήγησε στην οικονομική μεγέθυνση και στο υψηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ που διατηρείται μέχρι σήμερα. Ενδεικτικά, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν αναπτυσσόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,3% τη δεκαετία του 1950, 4,6% τη δεκαετία του 1960, 2,5% την περίοδο 1980-1990 και με 2,3% την περίοδο 1990-2003, ενώ για τις δύο τελευταίες δεκαετίες οι μεικτές επενδύσεις «έτρεχαν» με μέσο ρυθμό ανάπτυξης 4,7% και 1,8% αντίστοιχα. Η χώρα, βέβαια, βίωσε και μια έντονη οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του '90 με την απασχόληση να μειώνεται σε ποσοστό έως και 10% (1993). Παρ 'όλα αυτά η οικονομία κατάφερε να ξεφύγει από την παρατεταμένη ύφεση και απολαμβάνει μέχρι και σήμερα ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Το σουηδικό μοντέλο είναι εξαιρετικά αποδοτικό στη διαχείριση και συνεισφορά των δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και διοίκηση. Ο κρατικός παρεμβατισμός είναι έντονος τόσο σε κανονιστικά όσο και σε συμβουλευτικά πλαίσια. Το σύνολο σχεδόν των υπηρεσιών πρόνοιας παρέχεται από το κράτος. Χαρακτηριστικά, το 2000 οι κρατικές μεταβιβαστικές πληρωμές αντιστοιχούσαν στο 18,5% του Σουηδικού ΑΕΠ ενώ ο μέσος όρος των αναπτυγμένων χωρών ήταν στο 13%. Αξιοσημείωτες είναι οι συνεισφορές των εργοδοτών στα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία που άγγιζαν το 10 % του ΑΕΠ, ενώ ο υπόλοιπος δυτικός μέσος όρος κυμαινόταν στο 5,8%, σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.

Η Σουηδία κατέχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής του απασχολήσιμου εργατικού δυναμικού στην αγορά εργασίας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το εργατικό δυναμικό από 16-64 ετών αντιπροσώπευε το 1990 το 82,7% των υφιστάμενων θέσεων εργασίας (Πίνακας 1). Μεγάλο ρόλο σε αυτό το γεγονός διαδραματίζει ο κρατικός τομέας που παραμένει ακόμη και σήμερα ο ταγός στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.. Ειδικότερα, η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι από τις υψηλότερες στην υφήλιο.

Όπως σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες της δυτικής Ευρώπης, έτσι και η Σουηδία αντιμετωπίζει έντονα το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και της γήρανσης του πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι από το 2015 και μετά ο πληθυσμός άνω των 65 ετών θα έχει αυξηθεί κατά 25%, ενώ οι άλλες κατηγορίες του πληθυσμού, και δη οι νεότερες, θα παραμείνουν ανεπηρέαστες. Συνέπεια των παραπάνω, είναι η ανάδειξη του ασφαλιστικού προβλήματος με την ανάγκη για μεγαλύτερη συμμετοχή του εργατικού δυναμικού να είναι επιτακτική.

Πολλοί παρομοιάζουν την οικονομία της σκανδιναβικής χώρας ως το πεδίο της απόλυτης εργασιακής ειρήνης ανάμεσα στις διαπραγματεύσεις των συνδικάτων και των συμφερόντων των εργοδοτών. Η οργανωμένη εργασία αποτελεί μία απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της χώρας στον επιχειρηματικό χώρο. Τα ίδια τα συνδικάτα της χώρας είναι που ενθαρρύνουν την αλλαγή και την επιμόρφωση των μελών τους, ώστε να επιτύχουν από τη μία πλευρά ανθρώπινες συνθήκες για τα μέλη τους και από την άλλη καινοτομικές μεθόδους πάνω σε κλάδους και προϊόντα ώστε να αντιμετωπιστεί ο ανταγωνισμός από το διεθνοποιημένο περιβάλλον.

Το κράτος δίδει μεγάλη βαρύτητα στο ζήτημα της ανεργίας και ειδικότερα της μακρόχρονης με τα προγράμματα ένταξης των ανέργων στην αγορά εργασίας που περιλαμβάνουν συνεχή εκπαίδευση ώστε να αποφευχθεί η αποθάρρυνση των ανέργων και η απομάκρυνσή τους από την όλο και εξελισσόμενη αγορά εργασίας.

Προσφάτως, βέβαια, θεσμοθετήθηκε η πολιτική των ελεύθερων απολύσεων και της μερικής απασχόλησης με σκοπό την φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας και την αντοχή των επιχειρήσεων στο διεθνή ανταγωνισμό. Η κρατική πρόνοια, όμως, για τους άνεργους και αυτούς που βρίσκονται κάτω από τη γραμμή φτώχειας, παραμένει σε υψηλά επίπεδα όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Ο στόχος του φορολογικού συστήματος είναι κύρια αναδιανεμητικός και εξισορροπητικός. Το ? περίπου του ΑΕΠ αναδιανέμεται με τη μορφή μεταβιβαστικών παροχών και επιδομάτων. Οι στόχοι της εξάλειψης της φτώχειας και της εισοδηματικής ανισότητας έχουν επιτευχθεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό. Έτσι, η χώρα ξεχωρίζει παγκοσμίως με υψηλούς δείκτες που αφορούν την ποιότητα ζωής, όπως είναι το υψηλό επίπεδο της δημόσιας υγείας και περίθαλψης και το ιδιαίτερα παραγωγικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Η φορολογική πολιτική απέναντι στις επιχειρήσεις έχει ως σκοπό να μη στρεβλώνει τα επενδυτικά κίνητρα των επιχειρήσεων. Επομένως, οι εταιρικοί φορολογικοί συντελεστές είναι αρκετά χαμηλοί (28% το 2002) και δε δημιουργούνται αντικίνητρα για επενδύσεις που θα επηρεάσουν τον οικονομικό και κατ' επέκταση τον κοινωνικό ιστό.

Γ. Παπανδρέου: Εμπιστοσύνη και ασφάλεια το κλειδί...

"Αυτό το μοντέλο που έχουμε δει να λειτουργεί σε χώρες όπως η Φινλανδία, η Σουηδία, η Δανία, με κάποιες διαφορές στην Ιρλανδία, όπου έγιναν αναπτυξιακά άλματα, όπου αναγνώρισαν ότι, για το μέλλον της ανθρωπότητας και της κοινωνίας τους και της οικονομίας τους χρειάζεται να προχωρήσουμε σε καινοτομία, σε επένδυση στη γνώση, σε επένδυση σε νέες τεχνολογίες, σε δεξιότητες, ανοιχτές αλλά όχι ανεξέλεγκτες αγορές, και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, διαφυλάσσοντας μ' αυτές τις αλλαγές, όμως, ταυτόχρονα, και πολλές φορές και επεκτείνοντας, το κοινωνικό κράτος. Ένα κοινωνικό κράτος διαφορετικό, όχι στατικό, αλλά ένα κοινωνικό κράτος που δημιουργεί και εμπεδώνει το αίσθημα της ασφάλειας. Όταν δούμε τα μοντέλα αυτά, ποιο είναι το κλειδί; Πέραν του ότι, συνδυάζουμε την παιδεία και την καινοτομία με την ανταγωνιστικότητα, το κοινωνικό κράτος με την ανταγωνιστικότητα σε ένα διεθνές περιβάλλον, κατάφεραν να κάνουν αυτές τις αλλαγές γιατί - και γι' αυτό το συνδέω και με ότι είπα προηγουμένως, με τη διαμόρφωση ενός κλίματος εμπιστοσύνης και ασφάλειας, με το αίσθημα ότι, οι θεσμοί οι δημοκρατικοί λειτουργούν, ότι έχουν λόγο και φωνή - παρά τις αλλαγές δεν θα βρεθούν εκτεθειμένοι, δεν θα χάσουν από τη ζωή τους, δεν θα χάσουν την ποιότητα ζωής τους. Θα πρέπει ίσως, να προσαρμοστούν, αλλά η προσαρμογή αυτή θα τους βάλει σε μία θέση ισάξια ή και καλύτερη αργότερα".
(Απόσπασμα από ομιλία του Γ. Παπανδρέου στο συνέδριο του Economist, στις 5 Απριλίου 2006)

ΙΡΛΑΝΔΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ (του Διονύση Πολυχρονόπουλου)

Το οικονομικό γίγνεσθαι της Ιρλανδίας προβάλλεται ως πρότυπο στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Παρακάτω περιγράφεται συνοπτικά η οικονομική κατάσταση στην Ιρλανδία πριν και μετά την εφαρμογή του οικονομικού μοντέλου της. Επίσης, αναλύονται συνοπτικά τα βασικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μοντέλου, ενώ παράλληλα δίδονται κάποια ενδεικτικά ευεργετικά αποτελέσματα που προέκυψαν από την εφαρμογή του.

Η προγενέστερη οικονομική κατάσταση στην Ιρλανδία

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 η Ιρλανδία παρουσίαζε μία παραδοσιακή μικρή περιφερειακή οικονομία με πληθυσμό μόλις 3 εκατομμύρια ανθρώπους. Η οικονομία ήταν βασισμένη σε δύο παράγοντες: στην αγροτική οικονομία χωρίς τη μηχανική ανάπτυξη και στην εξωτερική μετανάστευση. Η χώρα θεωρείτο οικονομικά αποτυχημένη εξαιτίας της πολυετούς κακοδιοίκησης και υπέφερε από υψηλή ανεργία, βραδεία ανάπτυξη, υψηλό πληθωρισμό, βαριά φορολογία και μεγάλο δημόσιο χρέος. Οι οικονομικοί δείκτες εμφάνιζαν δημόσιο χρέος πάνω από 120% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και κατά κεφαλήν εισόδημα μόλις 69% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η μεταγενέστερη οικονομική κατάσταση στην Ιρλανδία

Με πληθυσμό περίπου 5 εκατομμύρια ανθρώπους η Ιρλανδία έχει χαρακτηριστεί ως ο «Κέλτης Τίγρης» για τις σημαντικές επιδόσεις της στον τομέα της ανάπτυξης και της διεθνοποίησης. Η χώρα από το 1990, σχεδόν πενταπλασίασε τις εξαγωγές της, τριπλασίασε της εισαγωγές της και δέκα-οκταπλασίασε το (θετικό) εμπορικό της Ισοζύγιο. Κατόρθωσε να θέσει τις βάσεις για μια ταχεία οικονομική ανάπτυξη. Η χώρα έφτασε να αναπτύσσεται με μέσο ρυθμό 8% την περίοδο 1995-2002, ενώ διατηρεί μέσο ετήσιο ρυθμό άνω του 4% για τα τελευταία περίπου 20 έτη επιτυγχάνοντας μείωση του υψηλού επιπέδου ανεργίας της δεκαετίας του '80 σε 4%. To διάστημα 1991-2005 δημιουργήθηκαν περίπου 1 εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας, ενώ αποκλειστικά το 2005 δημιουργήθηκαν 60.000. Επιπλέον, αποτελεί μία από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης, με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα που ισούται περίπου με το 130% του μέσου κοινοτικού όρου των 15. Το 2005 αποτέλεσε πόλο έλξης 70.000 οικονομικών μεταναστών. Το πρώην τεράστιο δημόσιο χρέος μειώθηκε περίπου στο 33% του ΑΕΠ ενώ παρουσιάζει πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού στο 4% του ΑΕΠ τη στιγμή που η Ελλάδα και άλλες χώρες της Ευρώπης εμφανίζουν έλλειμμα του προϋπολογισμού στο 4%.

Πως έγινε η αλλαγή

Η ένταξη της Ιρλανδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο για την αρχή του Ιρλανδικού θαύματος. Η Ιρλανδία πραγματοποίησε άριστη χρήση των Ευρωπαϊκών Κονδυλίων. Για κάθε 1 ευρώ κοινοτική χρηματοδότηση, η Ιρλανδία, με έξυπνη χρήση των πόρων, επέτυχε αναπτυξιακό όφελος 2,5 Ευρώ ενώ η Ελλάδα επέτυχε αναπτυξιακό όφελος μόλις 1,07 Ευρώ. Η Ιρλανδία δεν χρειάζεται να λάβει το Δ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης ενώ η Ελλάδα και η Πορτογαλία το θεωρούν μείζονος σημασίας.

Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε αντιληπτό ότι ορισμένες από τις παραδοσιακές βιομηχανίες έπρεπε να κλείσουν και να δημιουργηθούν νέες. Για παράδειγμα, στην κλωστοϋφαντουργία μειώθηκε σταδιακά η δραστηριότητα και αντικαταστάθηκε με δραστηριότητες σε νέους κλάδους, όπως της φαρμακοβιομηχανίας, των ηλεκτρονικών και του λογισμικού στους οποίους υπήρχε αλματώδης ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, πολλοί πόροι επενδύθηκαν στην εξειδικευμένη εκπαίδευση ώστε να ικανοποιηθούν οι ανάγκες σε εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Για παράδειγμα, πάνω από 300 υπερατλαντικές επιχειρήσεις πληροφορικής, ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιών αναπτύσσουν διαθέτουν ουσιαστική παρουσία στην οικονομία της χώρας.

Η Ιρλανδία συνειδητοποίησε ότι δεν είναι δυνατόν η χώρα να είναι αυτάρκης οικονομικά και ότι έπρεπε να προσελκύσει άμεσες ξένες επενδύσεις. Η ιρλανδική νομοθεσία εκσυγχρονίσθηκε προκειμένου να δημιουργηθεί ένα φιλικό περιβάλλον που θα προσελκύει όσο το δυνατόν περισσότερες επενδύσεις. Μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των γραφειοκρατικών διαδικασιών που απαιτούνται για την ίδρυση μιας εταιρίας. Η Ιρλανδία προσελκύει, κατά κεφαλήν, πιο πολλές ξένες επενδύσεις από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη διότι, εκτός των άλλων, έχει τη μικρότερη φορολογία επιχειρήσεων στην Ευρώπη με 12,5%. Αρκεί να αναφερθεί ότι περίπου 600 αμερικανικές επιχειρήσεις εγκατέστησαν το ευρωπαϊκό τους στρατηγείο στην Ιρλανδία ώστε να προωθηθούν στην ευρωπαϊκή κοινοτική αγορά, δίνοντας εξαγωγικό χαρακτήρα στην Ιρλανδική παραγωγή. Παράλληλα μειώθηκαν η φορολογία για τα φυσικά πρόσωπα, η έμμεση φορολογία και οι κρατικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ σε 36% τη στιγμή που στην Ελλάδα είναι 56%.

Η στενή συνεργασία του τριπτύχου κυβέρνηση - επιχειρήσεις - συνδικάτα και η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα έπαιξαν ευεργετικό ρόλο ώστε να καμφθούν τα διάφορα εμπόδια με σκοπό την ταχύτερη, υψηλότερη και πιο ανεμπόδιστη ανάπτυξη. Για παράδειγμα, το εθνικό σχέδιο ανάπτυξης της Ιρλανδίας για την περίοδο 2000 - 2006 περιλαμβάνει δαπάνες 51,7 δισεκατομμυρίων ευρώ από τα οποία, τα 2,4 προέρχονται από κοινοπραξίες ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, τα 6 από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα υπόλοιπα 43,3 από τα δημόσια έσοδα.

Τα εγγενή χαρακτηριστικά της Ιρλανδίας όπως είναι η γλώσσα και η γεωγραφική της θέση συνεπικούρησαν στην ανάπτυξή της. Η Ιρλανδία είναι αγγλόφωνη χώρα διευκολύνοντας την επικοινωνία, την ανταλλαγή απόψεων, τη συνεργασία και την έλευση εξειδικευμένων και μη οικονομικών μεταναστών. Επιπλέον, η Ιρλανδία βρίσκεται δίπλα στην Μεγάλη Βρετανία, ενώ αποτελεί την πρώτη χώρα που συναντάει κανείς ταξιδεύοντας από τις ΗΠΑ και τον Καναδά προς την Ευρώπη. Επίσης ο στενός δεσμός που υφίσταται με την Αμερική ώθησε πολλούς Ιρλανδούς που διαμένουν στην Αμερική να επενδύσουν στην πατρίδα τους.

Γ. Αλογοσκούφης: Κατάλληλο το μοντέλο της Ιρλανδίας

"Eνα μοντέλο που εγώ θεωρώ ότι είναι πολύ κατάλληλο για να το μελετήσει κάποιος στα ελληνικά πλαίσια, είναι αυτό της Ιρλανδίας. Βασίζεται στη χαμηλή φορολογία για τις επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα, στη χαμηλή έμμεση φορολογία και στις χαμηλές δημόσιες δαπάνες. Και αυτό το υπόδειγμα, όμως, βασίζεται - και από αυτό μπορούμε να διδαχθούμε στην Ελλάδα - στην πολιτική συναίνεση. Στην Ιρλανδία προχώρησαν από τα τέλη της δεκαετίας του '80 και μετά δραστικές μεταρρυθμίσεις και σήμερα είναι η οικονομία με τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, τους οποίους διατήρησε επί 20 χρόνια, και είναι μια από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης με βάση το κατά κεφαλήν εισόδημα. Η Ιρλανδία είναι πολύ κατάλληλο υπόδειγμα για την Ελλάδα. Βεβαίως, δεν μπορεί κάποιος να το αντιγράψει σημείο προς σημείο, αλλά υπάρχουν διδάγματα. Και η πολιτική της Κυβέρνησης σε μεγάλο βαθμό έχει στόχο, μέσα στα ελληνικά πλαίσια βεβαίως, να αξιοποιήσει διδάγματα από το ιρλανδικό μοντέλο. Γι' αυτό και οι μεταρρυθμίσεις έχουν να κάνουν με την μείωση των δημοσίων δαπανών, με τον έλεγχο των ελλειμμάτων, εστιάζονται στη μείωση της φορολογίας. Η πρώτη φάση της φορολογικής μεταρρύθμισης εστιάστηκε στη μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις, ακριβώς για να βοηθήσουμε την οικονομική ανάπτυξη μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η δεύτερη φάση της φορολογικής μεταρρύθμισης, που θα υλοποιηθεί από το 2007, έχει να κάνει με τη μείωση της φορολογίας για τα φυσικά πρόσωπα."
(Απόσπασμα από την ομιλία του κ. Αλογοσκούφη στην εκδήλωση που διοργανώθηκε από το ΙΟΒΕ και το γραφείο του ΟΗΕ στην Ελλάδα την Τρίτη, 11 Απριλίου 2006)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου